Αρχαίες μηχανές
“Σκοπεύεις να ζήσεις για πάντα, Τικιτόκα;”. Οι λέξεις έκοψαν τις φλυαρίες και το σαματά του μπαρ και άφησαν πίσω τους σιωπή. H σιωπή απλώθηκε να αγγίξει το άπειρο, και ύστερα ένας μηχ είπε, “Μιλάς σε μένα, μου φαίνεται;”.
Ο μεθυσμένος γέλασε. “Γιατί, είναι εδώ κάνας άλλος που να καρφώνει βελόνες στο μούτρο του;”.
Ο ηλικιωμένος τα έβλεπε όλα. Άγγιξε ελαφρά το χέρι της νεαρής που καθόταν μαζί του και είπε, “Κοίτα”.
Ο μηχ ακούμπησε κάτω τη σύριγγα του δίπλα σε ένα μπουκάλι με υγρό κολλαγόνο σε ένα τετράγωνο κομμάτι βελούδινου υφάσματος. Αποσυνδέθηκε από το φορτιστή, ακούμπησε το καλώδιο πλάι στη σύριγγα. ‘Όταν ξανασήκωσε τα μάτια, το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστο και βαρύ. Έμοιαζε με νεαρό λιοντάρι.
tsene on January 12th 2009 in Literature

